Επέστρεψαν οι «Όμηροι» του Μονάχου(12 Νοεμβρίου 2013)

Με αισθήματα χαράς και δικαίωσης Εκκλησία και Πολιτεία υποδέχτηκαν και επίσημα σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ στη Λευκωσία τα 173 αντικείμενα εκκλησιαστικής τέχνης από λεηλατημένες εκκλησίες και μοναστήρια που βρίσκονται στα κατεχόμενα, που επαναπατρίσθηκαν τον περασμένο Ιούλιο στην Κύπρο από τη Γερμανία.
Πρόκειται για τον μεγαλύτερο σε αριθμό επαναπατρισμό αρχαιοτήτων που έγινε ποτέ στην Κύπρο και μετά από ένα πολύχρονο δικαστικό αγώνα στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Μονάχου της Γερμανίας. Τα κειμήλια εντοπίστηκαν το 1997 σε διαμέρισμα του Τούρκου αρχαιοκάπηλου Αϊντίν Ντικμέν στο Μόναχο, ύστερα από επιχείρηση της βαυαρικής αστυνομίας.
Οι 173 βυζαντινές και μεταβυζαντινές αρχαιότητες, στις οποίες είναι έκδηλα τα σημάδια της ανεπανόρθωτης καταστροφής και βίαιης απόσπασης και αποκόλλησης από τη θέση τους, προέρχονται από πολλές ελληνοκυπριακές εκκλησίες και εκκλησίες της μαρωνίτικης κοινότητας και αποτελούν μοναδικό δείγμα της κυπριακής βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου στην εκκλησιαστική τέχνη.
Μεταξύ των κειμηλίων περιλαμβάνονται ψηφιδωτά από την εκκλησία της Παναγίας της Κανακαριάς (Λιθράγκωμη), τοιχογραφίες από τον ναό του Αντιφωνητή (Καλογραία), την Αγία Σολομωνή (Κώμα του Γιαλού), την Παναγία την Περγαμηνιώτισσα (Ακανθού), βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες κ.ά.
Τρεις από τις εικόνες ανήκουν στη Μαρωνίτικη κοινότητα της Κύπρου και άλλες δύο μαζί με μία τοιχογραφία του Αγίου Ιγνάτιου του Θεοφόρου (Παναγία Αψινθιώτισσα-Συγχαρί) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.
«Η Εκκλησία της Κύπρου εκφράζει τη χαρά της γιατί μετά από 40 χρόνια δέχεται το μεγαλύτερο ποσοστό αρχαιοτήτων και θησαυρών στη δική τους πατρίδα» είπε στο χαιρετισμό του ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος.
Ευχαρίστησε παράλληλα όλους εκείνους οι οποίοι συνέβαλαν στον επαναπατρισμό των κειμηλίων, μεταξύ των οποίων το Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, το Τμήμα Αρχαιοτήτων, τη Νομική Υπηρεσία, την κυβέρνηση της Γερμανίας, το Βατικανό και ειδικά τον τέως Πάπα Βενέδικτο τον 16ο, ο οποίος, όπως είπε, ενήργησε προς την κατεύθυνση του επαναπατρισμού των κειμηλίων.
Εξέφρασε τέλος τη βεβαιότητα ότι θα ακολουθήσουν και άλλες, παρόμοιου τύπου, τελετές για υποδοχή επαναπατρισθέντων εκκλησιαστικών και αρχαιολογικών κειμηλίων, και τα οποία, όπως είπε, «πρέπει να επιστραφούν αν θέλουμε οι ευνομούμενες χώρες να είναι δίκαιες, δημοκρατικές και να απονέμουν δικαιοσύνη στους μικρούς».
«Είναι με μεγάλη χαρά και συγκίνηση που υποδεχόμαστε σήμερα τον μεγαλύτερο έως τώρα σε αριθμό επαναπατρισμό εικόνων, τοιχογραφιών και ψηφιδωτών από τη Γερμανία» ανέφερε στο δικό του χαιρετισμό ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων Τάσος Μητσόπουλος.
Ο κ. Μητσόπουλος επεσήμανε ότι τα ιερά αυτά κειμήλια, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής αλλά και της πνευματικής και θρησκευτικής ζωής της Κύπρου, θα φυλαχθούν προσωρινά στο Μουσείο Βυζαντινής Τέχνης του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ στη Λευκωσία μέχρις ότου φθάσει η ώρα να επαναπατρισθούν με ασφάλεια εκεί όπου πραγματικά ανήκουν, σε μια ελεύθερη και επανενωμένη πατρίδα.
Ο κ. Μητσόπουλος τόνισε πως περιπτώσεις σαν και τη σημερινή καταδεικνύουν την έκταση και το μέγεθος της καταστροφής της πολιτιστικής μας κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. «Εκατοντάδες εκκλησιαστικά μνημεία, κάποτε κοσμημένα με εκκλησιαστικούς θησαυρούς, στέκονται τώρα εντελώς άδεια και απογυμνωμένα από το περιεχόμενο τους. Τοιχογραφίες και ψηφιδωτά κομματιασμένα και βίαια αποσπασμένα από τη θέση τους, εικόνες που έχουν κοπεί για να πωληθούν σε περισσότερα τεμάχια και να αυξηθεί η αγοραστική τους αξία, με αποτέλεσμα να υποστούν ανεπανόρθωτη καταστροφή» σημείωσε, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τα βημόθυρα από την εκκλησία της Παναγίας του Τοχνιού, από τις Μάντρες Αμμοχώστου, τα οποία ενώ δεν έφεραν ζωγραφικό διάκοσμο, έχουν επικολληθεί σε αυτά κομμένα τμήματα εικόνας για να αυξηθεί η αξία πώλησης τους.
Ο Υπουργός Συγκοινωνιών εξέφρασε και αυτός με τη σειρά του την ελπίδα ότι σύντομα θα έχουμε τη χαρά να καλωσορίσουμε και τις υπόλοιπες αρχαιότητες που παραμένουν ακόμα στο Μόναχο, υποδεικνύοντας ότι «μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται μια δυναμική και ένα διεθνώς θετικό κλίμα, το οποίο θα δράσει ευεργετικά προς τη διευκόλυνση των διαδικασιών επιστροφής των κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών και μας δίνει ελπίδες για μια καλύτερη συνεργασία μεταξύ των χωρών για την επιστροφή και άλλων θησαυρών μας που έχουν φύγει παράνομα από την Κύπρο».
Ευχαρίστησε τέλος την Εκκλησία της Κύπρου, τη Νομική Υπηρεσία του κράτους, την Αστυνομία Κύπρου, το Υπουργείο Εξωτερικών, το Μουσείο Βυζαντινής Τέχνης και το Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ για τη συνεργασία και τις κοινές προσπάθειες, οι οποίες τελικά οδήγησαν στην υλοποίηση του κοινού στόχου για επαναπατρισμό των κειμηλίων.
Ο Σεβασμιότατος Αρχιεπίσκοπος Μαρωνιτών Κύπρου Ιωσήφ Σουέηφ είπε ότι η τελετή υποδοχής των κειμηλίων τελείται σήμερα, «ελπίζοντας σε μια σύντομη επιστροφή όλου του κόσμου στις εστίες τους, στην πατρώα γη μέσα σε αν πλαίσιο διαλόγου, ειρήνης και συμφιλίωσης».
Ανέφερε ακόμη ότι οι εικόνες επιστρέφουν στη γη των πατέρων τους μετά από σχεδόν 40 χρόνια εξόδου, συμβολίζουν τα 40 χρόνια του λαού του Θεού προς τη Γη της Επαγγελίας.
Η Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Τμήματος Αρχαιοτήτων Δέσπω Πηλείδου τόνισε ότι τα επαναπατρισθέντα κειμήλια αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής, πνευματικής και θρησκευτικής ζωής της Κύπρου και εξαιρετικά δείγματα βυζαντινής και μεταβυζαντινής εκκλησιαστικής τέχνης θα φυλαχθούν προσωρινά στο Μουσείο Βυζαντινής Τέχνης μέχρι να καταστεί δυνατή η επιστροφή τους στις κατεχόμενες εκκλησίες.
Η κ. Πηλείδου σημείωσε ότι η Οδύσσεια των σχεδόν 40 χρόνων πριν από τον επαναπατρισμό των έργων αυτών αποτελεί μια τρανταχτή μαρτυρία για τις δυσκολίες επίτευξης της επιστροφής τους και έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της ταλαιπωρίας στα θαυμαστά αυτά έργα.  
Επεσήμανε παράλληλα ότι χωρίς το νομικό πλαίσιο που προστατεύει πολιτιστικά αγαθά που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από τη χώρα προέλευσης τους δεν θα ήταν κατορθωτός ο επαναπατρισμός των κειμηλίων, εξηγώντας πως ως εκ τούτου είναι αναγκαίο η Κύπρος να παρακολουθεί και να συμμετέχει στις διεθνείς διαδικασίες που αφορούν την επιστροφή πολιτιστικών αντικειμένων στην χώρα προέλευσης τους και να ενεργεί σε συνεργασία με χώρες που έχουν αντιμετωπίσει ή αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα έτσι ώστε να ευαισθητοποιηθεί η διεθνής κοινότητα και να απλουστευτούν οι χρονοβόρες διαδικασίες.
Στην τελετή παρευρέθηκαν μεταξύ άλλων ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος, ο Αρχιεπίσκοπος Μαρωνιτών Κύπρου Ιωσήφ Σουέηφ, ο Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων Τάσος Μητσόπουλος, Πρέσβεις και εκπρόσωποι διπλωματικών αποστολών στην Κύπρο μεταξύ των οποίων ο Έλληνας Πρέσβης Βασίλης Παπαϊωάννου και η Πρέσβειρα της Γερμανίας Gabrielle Guellil, Βουλευτές και άλλοι εκκλησιαστικοί και κρατικοί αξιωματούχοι.
Η τελετή ολοκληρώθηκε με ξενάγηση στο χώρο όπου εκτίθενται τα κειμήλια στον 1ο όροφο του Μουσείου Βυζαντινής Τέχνης του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ στην Ιερά Αρχιεπισκοπή, από το Διευθυντή του Μουσείου.
Όπως δήλωσε στο ΚΥΠΕ ο Διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου Γιάννης Ηλιάδης τα επαναπατρισθέντα κειμήλια θα εκτίθενται στο χώρο του Μουσείου τουλάχιστο μέχρι το τέλος του 2014, «για να μπορέσει ο κόσμος να τα δει, να αντιληφθεί το μέγεθος της καταστροφής», και παράλληλα θα συντηρούνται.
«Η έκθεση θα είναι ανοικτή για το κοινό και θα κρατήσει οπωσδήποτε μέχρι το τέλος του 2014, το οποίο έχει οριστεί και ως έτος κατεχομένων» είπε.
Επεσήμανε δε πως όπως έχει συμφωνηθεί με το Τμήμα Αρχαιοτήτων, θα καταβληθεί προσπάθεια, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις τοιχογραφίες που προέρχονται από δύο μεγάλες συνθέσεις τη Ρίζα του Ιεσσαί και τη Δευτέρα Παρουσία από το Μοναστήρι του Αντιφωνητή αλλά και τα ψηφιδωτά της Κανακαριάς, να συντεθούν έτσι ώστε «και καλύτερα να προστατεύονται και ο κόσμος να μπορεί να αντιληφθεί πως ήταν».
Ανέφερε ακόμη πως οποιαδήποτε απόφαση για το τι μέλλει γενέσθαι με τα κειμήλια θα ληφθεί από τον Αρχιεπίσκοπο και την Ιερά Σύνοδο.
Σημειώνεται ότι για άλλα 80 περίπου αντικείμενα συνεχίζεται η διερεύνηση και ταυτοποίησή τους από ειδικούς επιστήμονες που όρισε το εφετείο του Μονάχου. Από αυτά τα μισά είναι κυπριακές προϊστορικές αρχαιότητες. Η επιστροφή τους στις κυπριακές αρχές αναμένεται να γίνει μετά την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας.
Πηγή: ΚΥΠΕ - Ηλίας Μαυροκέφαλος

Σχόλια