ΤΗ ΝΥΧΤΑ, ΠΟΥ ΣΥΝΕΛΗΦΘΗ Ο ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ



Του Νίκου Παπαναστασίου

ΕΙΧΑ την τύχη, ως δημοσιογράφος-ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας, αλλά και ως Έλληνας αυτού του τόπου, να βρεθώ, μαζί με το σύντροφο του μεγάλου μας ήρωα Παλληκαρίδη, Βαγγέλη Χριστοφή, στις 18 Δεκεμβρίου 2012, στον τόπο σύλληψης του αξέχαστου ήρωα, 56 ακριβώς χρόνια μετά από την κρύα εκείνη νύχτα του χειμώνα 1956. Με τις καιρικές συνθήκες, κατά τύχη, ίδιες, όπως εκείνη τη μοιραία νύχτα, με βροχή, δυνατό άνεμο και πολύ χαμηλή θερμοκρασία.
Εκεί, με πολλή συγκίνηση και υπό βροχή, ο Βαγγέλης με την τιμημένη στολή και το μπερέ της ΕΟΚΑ, έφερε μπροστά στη κάμερά μου το συγκλονιστικό χρονικό των γεγονότων. Κι ενώ τον άκουα και κινηματογραφούσα  με πολλή δυσκολία, εξαιτίας της δικής μου συγκίνησης, με περισσότερη δυσκολία μπορούσα και συγκρατούσα την ομπρέλα στα χέρια μου…
«Η νύχτα εκείνη ήταν πανσέληνος, γι’ αυτό και η πορεία μας από τη Λυσό προς το λημέρι του «Καρκαβά» (βαθιά στο δάσος του Άγιου Μερκούρη, προς τον Σταυρό της Ψώκας), γινόταν με μεγάλες προφυλάξεις. Επρόκειτο για μια πολύ
δύσκολη πορεία τριών ωρών υπό κανονικές συνθήκες. Ήμουν εγώ, ο Παλληκαρίδης και ο Γεώργιος Χρίστου Πόπης, ένας καλός αγωνιστής από τη Λυσό. Είχαμε κατεβεί στο χωριό το πρωινό της ημέρας εκείνης για να πάρουμε προμήθειες στο λημέρι, αφού οι Άγγλοι είχαν κάνει μεγάλες έρευνες στην περιοχή από τις 12 του μηνός και είχαμε αποκλειστεί στο λημέρι και στερούμαστε τροφίμων και ειδών ιματισμού.
»Ξεκινήσαμε από τη Λυσό μόλις είχε πέσει το σκοτάδι, με δυο γαϊδούρια φορτωμένα με τρόφιμα, κλινοσκεπάσματα και δυο σόμπες. Για να μην υποψιαστούν οτιδήποτε οι κάτοικοι, τα ζώα είχαν οδηγήσει λίγο νωρίτερα έξω από το χωριό, η μητέρα του Γεώργιου Ράφτη, Κυριακού,ο αδελφός του Σάββας και ο Γιώργος Βάγγατζης. Απ’ εκεί τ’ αναλάβαμε εμείς.
»Πήραμε ένα γνωστό μας μονοπάτι και, μετά από πορεία μιας τουλάχιστον ώρας, έπρεπε ν’ ακολουθήσουμε, για περίπου 20 λεπτά, τον τότε χωμάτινο κύριο δρόμο Λυσού – Σταυρού Ψώκας και μετά να επανέλθουμε πίσω στο μονοπάτι. Αυτό ήταν αναγκαίο να γίνει, αφού δεν υπήρχε άλλος τρόπος στην πολύ δύσκολη πορεία μας.
»Πριν μπούμε στο δρόμο, συνεννοηθήκαμε να περπατούμε με ταχύ βήμα, να μην μιλούμε και ν’ ακολουθούμε την αριστερή πλευρά, ώστε η σκιά μας από το φεγγάρι να πέφτει προς το βουνό και όχι προς το δρόμο. Τα ζώα ήσαν δεμένα μεταξύ τους και τα τραβούσα εγώ με σχοινί, πηγαίνοντας μπροστά. Ο δρόμος ήταν στενός, με πολύ απότομες στροφές, αφού ήταν δασικός, στην απόμακρη εκείνη περιοχή.
»Ενώ προχωρούσαμε κανονικά, σε μια απότομή στροφή, ξαφνικά βρέθηκα μπροστά σ’ ένα σταθμευμένο στρατιωτικό τζιπ, με αναμμένα τα μικρά του φώτα. Ήταν τόσο ξαφνικό για μένα, που έπεσα στην κυριολεξία πάνω στα «μούτρα» του αυτοκινήτου! Το μόνο που πρόλαβα να πω την ώρα εκείνη, ήταν «Παναγία μου, Εγγλέζοι!..» Κι αυτό, για να με ακούσουν Παλληκαρίδης και Πόπης.
»Αντί να τρέξω προς την έξω πλευρά του δρόμου για να διαφύγω, έκαμα απότομα στροφή προς τα πίσω και, με πολύ προσπάθεια, ανέβηκα την όχθη του δρόμου και άρχισα ν’ ανεβαίνω βιαστικά την ανηφόρα. Η όχθη ήταν αρκετά ψηλή και απορώ, κάθε φορά που το θυμούμαι, πώς μπόρεσα να την ξεπεράσω και να βρεθώ στο βουνό. «Μόνο ο Θεός», λέω πάντα, «μόνο ο Θεός!..
»Οι Άγγλοι στο μεταξύ, είχαν ανάψει τα φώτα του τζιπ και άρχισαν να πυροβολούν, από την ώρα ακριβώς, που εγώ είχα κάμει τη στροφή προς τα πίσω. Έτρεχα. έτρεχα, οπότε είχα αντιληφθεί ότι είχα κτυπηθεί από σφαίρα στο πόδι. Ευτυχώς, δεν ήταν τίποτε το σαβαρό.
»Το τι γινόταν πίσω μου δεν το ήξερα, ‘όπως, την ώρα εκείνη, η προσπάθεια, παρά τον τραυματισμό μου, ήταν ν’ απομακρυνθώ όσο το δυνατό περισσότερο.  Σε συνθήκες αστροφεγγιάς, αλλά με τον αέρα τόσο δυνατό, που, κυριολεκτικά, γονάτιζε τους πεύκους!
»Κάποια στιγμή είχα φτάσει κάπου ψηλά, ενώ οι πυροβολισμοί εναντίον μου συνεχίζονταν. Σταμάτησα τότε για λίγο, αφού είχα κουραστεί, οπότε κοίταξα προς τα κάτω. Άκουσα φασαρία, φωνές, βρισιές, κτυπήματα, αλλά και είδα, ότι εκτός από το τζιπ, πίσω του ήσαν σταθμευμένα ακόμα δυο φορτηγά του στρατού.
»Σκεφτόμουν προς τα πού θα πήγαινα. Είτε προς το λημέρι, είτε προς τη Λυσό. Προέκρινα το δεύτερο. Πήγα στο σπίτι της οικογένειας Ράφτη, όμως δεν βρήκα εκεί τον ομαδάρχη μας Γεώργιο Ράφτη. Πληροφορήθηκα ότι ήταν στην Περιστερώνα, όπου με πήρε, στη συνέχεια, και συναντήθηκα μαζί του ο Βάγγατζης. Ο Παλληκαρίδης συνελήφθη και, στις 14 Μαρτίου 1957, μαρτύρησε στην αγχόνη, αφήνοντάς μας την ανθρωπιά, την αγωνιστικότητα και την ποιητική του μαεστρία..
»Πάντοτε ήθελα να βρεθώ τέτοια μέρα στον τόπο αυτό και με πολλή συγκίνηση τον πατώ στα 74 μου χρόνια!..(Κλαίει)
»Ο Ευαγόρας βρήκε τη λευτεριά που αναζητούσε. Εμείς, όμως; Εμείς ακόμα παλεύουμε, ταλαιπωρούμαστε. Απέχουμε πολύ. Ξεμακρύσαμε, κι όσο περνά ο χρόνος, ξεμακρύζουμε…  
»Καλύτερα είναι γι’ αυτούς που φύγαν και μείναν αγνοί, με το όραμα της Ένωσης. Αν, με βάση τη θρησκεία μας, οι νεκροί μας βλέπουν και παρακολουθούν, ίσως εμάς τους συντρόφους τους, που ζήσαμε μαζί τους, να μας δίνουν το ευεργέτημα, ότι μαζί τους πολεμήσαμε και υποφέραμε τα πάνδεινα μαχόμενοι κατά του Άγγλου κατακτητή. Φαίνεται, όμως, ότι πάντοτε, μετά από έναν εθνικό αγώνα κυριαρχούν οι άκαπνοι, που τρώνε και θησαυρίζουν πάνω στα κόκκαλα των αγωνιστών!..
Ήταν προδοσία
»Από το χώρο που βρεθήκαμε απέναντι στους Άγγλους, μπόρεσε να διαφύγει και ο Πόπης. Από μονοπάτι, που ήταν ακριβώς πίσω από την απότομη εκείνη στροφή και οδηγούσε στη Λυσό. Το ότι εγώ, την κρίσιμη στιγμή, στράφηκα προς τα πίσω και δεν πήγα δεξιά προς τα έξω του δρόμου, αποδείχτηκε σωτήριο, γιατί κάτω ακριβώς από το δρόμο υπήρχε ενέδρα ομάδας Άγγλων στρατιωτών και θα έπεφτα πάνω της. Αυτό, οδηγεί στη βάσιμη υποψία, ότι είμαστε προδομένοι και οι Άγγλοι μας περίμεναν. Ήθελαν, με τ’ αυτοκίνητα σταθμευμένα στο δρόμο να μας αιφνιδιάσουν και, στην προσπάθειά μας να διαφύγουμε προς τα έξω, αφού η άλλη πλευρά ήταν βουνό, θα πέφταμε στην ενέδρα τους. Κι αυτό, δεν μπορεί να ήταν τυχαίο.
»Έπειτα: Κατά την πορεία μας δεν κρατούσαμε όπλα, αφού υπήρχε ο νόμος του Χάρντιγκ, που προνοούσε ότι και η απλή κατοχή όπλου ή άλλου άλλου πολεμικού, οδηγούσε στην αγχόνη. Αλλά και όπλα να κρατούσαμε, υπό τις συνθήκες εκείνης της νύχτας, δεν μπορούσαμε να δώσουμε μάχη και να διαφύγουμε, όπως ήταν οι διαταγές του Αρχηγού Διγενή να κτυπούμε και να φεύγουμε.
»Τα όπλα μας ήταν πάνω στα ζώα και το οπλοπολυβόλο «Μπρεν», για το οποίο καταδικάστηκε σε θάνατο ο Παλληκαρίδης, ήταν γρασαρισμένο και την μοιραία στιγμή, το κρατούσε στο σβέρκο του με τα δυο του χέρια. Το είχαμε πάρει από κάποια «δόμη», όπου ήταν κρυμμένο έξω από τη Λυσό, με σκοπό να το χρησιμοποιήσουμε σε μια μεγάλη επιχείρηση που προγραμματίζαμε.
»Το «Μπρεν» το χρησιμοποιούσε ο «Σκρέκας» της ΕΟΚΑ, ο λαμπρός αγωνιστής Αργυρός Κυριάκου, από το Γέρι (πεθανε τον περασμένο μήνα), ο οποίος, για ένα διάστημα ήταν στο αντάρτικο της Πάφου, μαζί και με τον Παλληκαρίδη. Στο κοντάκι, μάλιστα, του όπλου, είχε χαράξει το ψευδώνυμό του, «Σκρέκας».  
(Αρχείο Νίκου Παπαναστασίου-απόσπασμα)
nikospa.wordpress.com

Σχόλια